Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Οι οικονομικές προϋποθέσεις της ανάκαμψης



Την οικονομική ανάκαμψη καθένας την κατανοεί διαφορετικά. Επιπλέον, τη ζωή μας δεν την ορίζουν οι φιλολογικές συζητήσεις στο διαδίκτυο, αλλά οι συσχετισμοί εξουσίας και δύναμης στην κοινωνία και την πολιτική.

Εάν όμως κάναμε αφαίρεση απ’όλα τα επιμέρους, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε οτι η ανάκαμψη έχει αναγκαστικά δυο προϋποθέσεις:

·          Η απασχόληση και το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν να επιστρέψουν το ταχύτερο δυνατό στα επίπεδα του 2008[1], και

·          Αυτό το προϊόν, και άρα το έθνος που εξωτερικεύεται σε αυτό, να μην μοιάζει σε τίποτα με το παλιό που γκρεμίστηκε.
Ας εξετάσουμε πρώτα τον ποσοτικό όρο.

Από το 2008 το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 30%[2]. Για να καλύψει λοιπόν το χαμένο έδαφος σε δέκα χρόνια, η χώρα θα πρέπει από φέτος και για μια δεκαετία να σημειώνει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%. Με 1,5% (ποσοστό πολυπόθητο σήμερα), θα χρειαστεί είκοσι χρόνια. Τι μας δείχνουν αυτοί οι απλοί υπολογισμοί; Οτι αν η οικονομία δεν ανατρέψει το γρηγορότερο μακροχρόνια παγιωμένες τάσεις, η Ελλάδα δεν έχει μέλλον. Αυτές τις τάσεις δείχνει η μέση ετήσια άνοδος του ΑΕΠ στον πίνακα που παραθέτουμε:

Βάθος χρόνου
Μέση ετήσια μεταβολή ΑΕΠ %
4ετία (2013-2016)
-1%
10ετία (2007-2016)
-3%
20ετία (1997-2016)
0,8%







Ενώ όμως ποσοτικά επιθυμούμε την επιστροφή στην προτέρα κατάσταση, ποιοτικά απαιτείται κάτι εντελώς διαφορετικό.

Αντικειμενικά, λείπουν οι συνθήκες που θα επέτρεπαν το είδος της ανάπτυξης που γνώρισε η χώρα πριν τη χρεωκοπία. Από την άλλη, μάθαμε επώδυνα πού οδηγεί αυτό το πρότυπο αργά ή γρήγορα. Πρέπει να το αλλάξουμε, μαζί με ολόκληρο το σύστημα αγυρτείας και απάτης που μας έφερε σ’αυτήν την κατάντια.

Ο πιο σημαντικός παράγοντας στη γρήγορη και σταθερή ανάπτυξη μιας οικονομίας είναι η συσσώρευση κεφαλαίου και εργασίας. Με μια λέξη, οι επενδύσεις – και δη οι πάγιες. Γι’αυτό και σωστά το ζήτημα της ανάκαμψης έχει από πολλούς ταυτιστεί με αυτό της «παραγωγικής ανασυγκρότησης». Απηχεί έτσι το παλιό πρόταγμα της εκβιομηχάνισης έναντι του μύθου της «Ψωροκώσταινας», μια πάλη ιδεών που συνοδεύει ανέκαθεν τους κοινωνικούς αγώνες στην Ελλάδα.

Για να εκτιμήσουμε τις προοπτικές παραγωγικής ανασυγκρότησης μέσα στο υπάρχον πλαίσιο διαχείρισης, ας εξετάσουμε πώς έχει διαμορφωθεί η προσφορά και η ζήτηση κεφαλαίου στην οικονομία. Τι διαπιστώνουμε; Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (ζήτηση) έχει μειωθεί στο 11,5% του ΑΕΠ, από 25% το 2007, ενώ η συνολική καθαρή αποταμίευση (προσφορά) στο -10% του Εθνικού Εισοδήματος, από 0% το 2007.

Αφενός προσφορά και ζήτηση έχουν καταρρεύσει αμφότερες, αφετέρου παρατηρείται σοβαρό έλλειμα εγχώριων αποταμιεύσεων που κάνει αδύνατη τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων στην πραγματική οικονομία. Αυτή η ανισορροπία αντανακλάται στα υψηλά τραπεζικά επιτόκια δανεισμού. Αλλά ρίχνει φως και στο καθεστώς εξάρτησης και κηδεμονίας της χώρας. Διότι υπό το καθεστώς αυτό η ανάκαμψη μπορεί να νοηθεί μόνο με δυο τρόπους:

·          Να αυξηθεί η συνολική καθαρή αποταμίευση μέσω των φόρων και της εσωτερικής υποτίμησης. Με μειωμένες δαπάνες, μισθούς και συντάξεις, υποτίθεται οτι το κράτος δημιουργεί πλεονάσματα και ο ιδιωτικός τομέας αποκαθιστά την κερδοφορία του. Είναι η συνταγή που εκτελούν οι μνημονιακές πολιτικές και έχει αποτύχει πλήρως: το Κράτος αποσπά πλεονάσματα για να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος, ενώ οι περικοπές δαπανών και η εσωτερική υποτίμηση έχουν καταστρέψει την κοινωνία και τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών. Μα ούτε και η κερδοφορία των επιχειρήσεων αποκαταστάθηκε: μόλις μία στις τρείς επιχειρήσεις ήταν κερδοφόρα το 2014[3]. Καταρρίπτεται έτσι ο μύθος του ΚΚΕ περί «καπιταλιστικής ανάκαμψης».

·         Να εισρεύσουν κεφάλαια από το εξωτερικό με τη μορφή δανείων και άμεσων ξένων επενδύσεων. Η χώρα δεν μπορεί να βγει και δανειστεί στις αγορές πιά. Ωστόσο, είναι δεύτερη στην ευρωζώνη σε δείκτη καθαρής εισροής ξένου κεφαλαίου στην οικονομία της:  η καθαρή εισροή ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα το 2009 ήταν στο 87,5% του ΑΕΠ, ενώ το 2015 ανερχόταν στο 134,6%[4]. Κέρδισε κάτι αυτά τα χρόνια η χώρα από αυτή την αυξανόμενη ροή κεφαλαίων; Όχι. Κατευθύνθηκαν και κατευθύνονται σε κερδοσκοπικές και ευκαιριακές τοποθετήσεις, γιατί αυτές αποδίδουν το μεγαλύτερο κέρδος. Κανένας επενδυτής δεν θα ενδιαφερθεί για την πραγματική οικονομία μιας χώρας που εκπροσωπεί το 0,25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και οι περιβόητες ιδιωτικοποιήσεις/αποκρατικοποιήσεις, όταν δεν πρόκειται για όχημα διείσδυσης ξένων δυνάμεων[5], απλώς αφαιρούν έσοδα από το δημόσιο και στέλνουν τα κέρδη στο εξωτερικό.

Τι σύμπερασμα βγαίνει από τα παραπάνω; Σε μνημονιακή ή άλλη μορφή, το καθεστώς στο οποίο βρίσκεται η Ελλάδα από τον Μάιο του 2010 έχει προσθέσει στη νομισματική αλλοτρίωση τη δημοσιονομική υποτέλεια. Γι αυτό και δεν μπορεί να απαντήσει στην κρίση. Είναι κι αυτό το ίδιο μέρος της. Τη συντηρεί και τη βαθαίνει. Απαιτούνται άμεσα, ριζοσπαστικά μέτρα, που καμία φράξια του πολιτικού συστήματος δεν μπορεί από τη φύση της να υποστηρίξει σοβαρά.

Το ζητούμενο είναι η επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας. Το πιο επείγον λοιπόν για μια κυβέρνηση είναι να παρέμβει αποφασιστικά για να δημιουργήσει συνθήκες αύξησης της προσφοράς και ζήτησης κεφαλαίου στην οικονομία. Πρώτον, για να ανατάξει τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Δεύτερον, για να τονώσει την απασχόληση και τις επενδύσεις. Αυτά τα δύο μπορεί να τα επιδιώξει ρεαλιστικά μόνο με μια μέθοδο: διαγραφή χρέους και μετάβαση σε εθνικό νόμισμα.

Η στάση πληρωμών[6] θα ανακουφίσει την κοινωνία από την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Η εθνικοποίηση της ΤτΕ και η απόσπαση των συστεμικών τραπεζών από τον έλεγχο του Ντράγκι, θα δώσει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να εγγυηθεί τις καταθέσεις, να διαγράψει μεγάλο μέρος των ιδιωτικών χρεών και να ελέγξει τις διαδρομές του μαύρου χρήματος και της διαπλοκής.

Χωρίς χρέος και με εθνικό νόμισμα σταματά η λεηλασία του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αυτό καθιστά τον δημευτικό χαρακτήρα των φόρων περιττό και επιτρέπει το πάγωμα των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο και την εφορία. Το Κράτος μπορεί ενισχύσει τα χαμηλά εισοδήματα και να χρηματοδοτήσει ένα ευρύτατο προγράμμα επενδύσεων σε μέσα παραγωγής, ζωντανή εργασία και παραγωγικότητα. 

Αν εφαρμόζονταν τέτοιες πολιτικές θα βλέπαμε πολύ γρήγορα σημαντική βελτίωση όχι μόνο στους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά και στους κοινωνικούς δείκτες. 

Κυριαρχεί η ιδέα οτι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας θα είναι αναπόφευκτα αργή και εύθραστη εάν η χώρα δεν μετατραπεί γρήγορα σε πελώριο ξενοδοχείο. Η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Εάν μια κυβέρνηση διέγραφε χρέος και τυπωνε χρήμα, οι αποταμιεύσεις θα αυξάνονταν και, σε συνδυασμό με την κρατική δαπάνη, θα έδιναν ώθηση στις επενδύσεις.

Θεμελιώνοντας οικονομικά την ανάκαμψη σε όφελος του ελληνικού λαού δίνεται ξανά υπόσταση στην «πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και άνεξαρτησίαν». Και αυτό δεν ανοίγει μόνο νέους δρόμους για τη δημοκρατία, αλλά προσφέρει και μεγάλες υπηρεσίες στην υπόθεση της προόδου όλων των λαών.









[1] Βλ. και Oxford Dictionary of Economics, λήμμα “recovery”.

[2] Βάμβουκα Γιώργου, «παρατείνεται η οπισθοδρόμηση της εθνικής οικονομίας», Kontranews, 8/3/17

[3] Καθημερινή, 27/9/2015

[4] Καζάκη Δημήτρη, «Η οικονομία της εξωστρέφειας μας οδήγησε στη χειρότερη χρεοκοπία όλων των εποχών», Kontranews, 21/11/2016

[5] Γερμανία, Κίνα κ.ά.


[6] Όπως και στα άλλα ζητήματα που θίγει το άρθρο έτσι κι εδώ, δεν μας απασχολούν οι νομικοπολιτικές μορφές, αλλά μόνο η οικονομική λογική του ζητήματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου