Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Πέρα από τον Τσίπρα και το Cipralex

Jean-Michel Basquiat, χωρίς τίτλο (έκπτωτος άγγελος), 1982



Είπαν πως οι φτωχοί που ζητάνε δουλειά έχουν αψά χνώτα: τώρα  
θα μάθουν πως έχουμε και αψά μπράτσα. 
 --Κοριολανός, πράξη Α’, Σκηνή 1


Η οχτάχρονη λεηλασία της πατρίδας μας, στο όνομα του χρέους και του ευρώ, μας εξοργίζει όλους. Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει πως δεν πάει άλλο πια αυτή η κατάσταση, μα νοιώθει ανίσχυρος να αντιδράσει: Το Κράτος δημεύει το εισόδημα και την ιδιοκτησία του. Η Τράπεζα αρπάζει την περιουσια και τις καταθέσεις του. Στα δικαστήρια χάνει το δίκιο του. Στη δουλειά, τα δικαιώματά του. Τα συνδικάτα έχουν απαξιωθεί. Το πολιτικό σύστημα έχει εκφυλιστεί σε εργολάβο των δανειστών -- η ενημέρωση έχει γίνει φερέφωνό των λίγων. Οι λίγοι εξακολουθούν να πλουτίζουν εις βάρος των πολλών. Οι πολλοί εξακολουθούν να μένουν διαιρεμένοι μεταξύ τους.

Η οργή όταν μένει ανήμπορη καιρό, γίνεται κατάθλιψη, και οι άνθρωποι προσπαθούν να τα βολέψουν από μέρα σε μέρα χωρίς πολλές προσδοκίες για το μέλλον. Εμμονές σε μικροπράγματα αναπληρώνουν τη χαμένη μας αυτοεκτίμηση. Ο ρόλος των ζώων ως φίλων του ανθρώπου έχει οφθαλμοφανώς αναβαθμισθεί. Ο ρόλος του ανθρώπου ως αντικειμένου σαδιστικής εκμετάλλευσης, επίσης. Εφήμερες μόδες μονοπωλούν το ενδιαφέρον. Κάθε κοινωνική τάξη πλειοδοτεί σε εκκεντρικότητα για να διακριθεί από την πιο κοντινή της. Κάποιοι έφτασαν να ντύνουν τα δέντρα το χειμώνα.

Χωρίς μέλλον άξιο λόγου, νοσταλγούμε και οικτίρουμε μαζί το παρελθόν. Τα πάντα πριν την Κρίση ανήκουν στη μυθική προϊστορία της, πότε τυλιγμένα στο μίασμα και πότε στην αύρα. Ο χαμένος παράδεισος της Μεταπολίτευσης, είναι και το προπατορικό αμάρτημα του μικροαστισμού μας. Τώρα, «εν ιδρώτι του προσώπου σου φάγη τον άρτον σου»[1]. Μα η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Δυστυχώς.

Έτσι εξουσιάζει ο μύθος, δηλαδή η ιδεολογία της εξουσίας.

Ο μύθος δεν είναι η αλήθεια. Κι όμως, η αλήθεια υπάρχει. Δεν έχει σημασία αν μπορείς να τη συλλάβεις με ένα γέλιο βροντερό που ξορκίζει τους δαίμονες, ή την επιστήμη που σε οπλίζει εναντίον τους. Να ανασκάφτεις διαρκώς το παρελθόν, θα πει να μη βουλιάζεις στην άμμο του χρόνου.

Κρίση είναι ένα ερώτημα που αρθρώνεται ρητά σε κάθε δραματική συγκυρία της ιστορίας. Η Σφίγγα ρωτά: μπορεί η Ελλάδα να ευημερήσει με τις δικές της δυνάμεις και σε όφελος του λαού της; Μπορεί να ευημερήσει με τη δική του σημαία, τη δική του γλώσσα, το δικό του νόμισμα, τη δική του γη, τη δική του εργασία;

Την απάντηση τη δίνουν οι νικητές, και σε τούτον εδώ τον τόπο, οι νικητές δεν έχουν πάψει να απαντούν αρνητικά: Μόνο αν διευθύνουν άλλοι επιτρέπεται να έχεις πολιτεία. Μόνο αν αλλοτριωθείς από τη γλώσσα σου μπορείς να μιλήσεις. Μόνο αν μεταναστεύσεις μπορείς να ζήσεις. Μόνο αν αρνηθείς κάθε δικαίωμα δικαιούσαι να δουλέψεις. Μόνο αν υποθηκεύσεις τον άρτο σου τον επιούσιο, μπορείς να τον ζητήσεις σήμερα.

Αυτές οι προτάσεις, πάντοτε κυρίαρχες καθότι πάντοτε προτάσεις της κυρίαρχης τάξης, διατυπώνονται σήμερα με ωμότητα φυσικού νόμου. Γιατί τί είναι κάθε κρίση για τις ταξικές σχέσεις, αν όχι κρίση ειλικρίνειας;

Το να μην έχεις αξιοπρέπεια είναι όρος αξιοπρεπούς διαβίωσης, το να είσαι αγροίκος, προϋπόθεση επιβίωσης, το να είσαι μισάνθρωπος, το πιο εύχερο μέσο κοινωνικοποίησης. Κι αν στο σύστημα αγυρτείας και απάτης τύχει να βρίσκεσαι στην κορυφή, «τότε δικιά σου θα 'ναι όλη η Γη, ως και κάθε που υπάρχει πάνωθέ της»[2].

Κι όμως, αντίθετα από τα φαινόμενα, απάντηση οριστική δεν δώσαμε ακόμη.

Η Κρίση σιγοκαίει και απειλεί να υποτροπιάσει ανα πάσα στιγμή. Η ψευδής κομματική διαπάλη δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός πως στη βουλή αριστερά και δεξιά είναι πτέρυγες του κόμματος των δανειστών. Τα μαγειρεμένα στοιχεία δεν αλλάζουν την καθημερινή εμπειρία πως η κατάσταση χειροτερεύει διαρκώς. Όλες οι αντιφάσεις παραμένουν άλυτες και μόνο η προσωρινή σταθεροποίηση του Κράτους αναστέλει την κοινωνική έκρηξη.

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι οι «συνθήκες», που στην αντικειμενικά καθορισμένη ροή τους συγκροτούν και ανασυγκροτούν εκείνη την ολότητα που τις καθιστά «ώριμες». Το ζήτημα είμαστε εμείς. Ο υποκειμενικός παράγοντας. Ο λαός.

Αν η επανάσταση είναι «ανάγκη που γίνεται ιστορία»[3], ένας λαός χρειάζεται τέσσερα πράγματα για να σηκωθεί: θέληση. θέσμιση, στόχους και αυτοπεποίθηση

Πρώτον, θέληση. Θέληση θα πει η ανάγκη που συνειδητοποιείται. Το «δεν πάει άλλο». Η περισσότερο ή λιγώτερο αφηρημένη αντίθεση στην ονομαστική αξία των πραγμάτων.

Δεύτερον, νέες φόρμες -- που θα μορφώσουν τις ατομικές θελήσεις σε κοινό θέλημα. Ένα συλλογικό υποκείμενο δεν είναι απλώς άθροισμα ατόμων. Δεν είναι αυτόματο αποτέλεσμα μιας διατεταγμένης θέσης στην κοινωνική διαδικασία παραγωγής. Είναι η αναπαράσταση και η δυνατότητα της αναπαράστασης. Είναι ο καθρέφτης και η δυνατότητα του καθρέφτη. Είναι ύπαρξη και διαμεσολάβηση. Είναι οργάνωση και συνείδηση. Είναι υλική και φαντασιακή θέσμιση. Είναι δίκτυο και συμμετοχή.

Τρίτον, κοινό πρόγραμμα, ενότητα στους σκοπούς. Αιτήματα τόσο ριζοσπαστικά, ώστε να θετουν τις βάσεις για να λυθούν όλα τα επείγοντα προβλήματα, και τόσο άμεσα, ώστε να συσπειρώνουν τις πλατύτερες δυνατές κοινωνικές συμμαχίες. Ακραία παραδείγματα προς αποφυγή: α) «είναι ο καπιταλισμός», β) «ηλίθιε».

Τέλος, μην ξεχνούμε πως, «η λογική είναι μεν ακλόνητη, αλλά δεν μπορεί να αντισταθεί σε έναν άνθρωπο που θέλει να ζήσει».[4] Ποτέ κανείς δεν εξεγέρθηκε επειδή πείσθηκε οτι αυτό ή το άλλο σχέδιο είναι το πιο ενδεδειγμένο. Εξεγέρθηκε –πολιτικοποίησε το σώμα του-- πιστεύοντας με θρησκευτικό φανατισμό, οτι αυτό που ζητά, του αξίζει. Και οτι του αξίζει γιατί αξίζει ο ίδιος. Με δυο λόγια, ένας λαός επαναστατεί όταν είναι αξιοπρεπής.

Η δημοκρατία είναι η ανώτατη μορφή έκφρασης της θέλησης για δύναμη. Είναι η ισότιμη συμμετοχή στη συλλογική αυτοκυβέρνηση, που μοχλεύει την κοινωνική δύναμη παραγωγής του ανθρώπου, με σκοπό να ανυψώσει την ατομική του ύπαρξη. Σήμερα, ο μηδενισμός κυβερνά χωρίς έλεγχο. Πρέπει να λευτερώσουμε το πρωταρχικό ένστικτο από τις αλυσίδες που το εκτρέπουν στη λογική της ανάθεσης, της υποταγής και της ιδιωτείας.

Οι τρεις όροι της νίκης του ολοκληρωτισμού: να νοσταλγείς ένα μυθικό παρελθόν, να απελπίζεσαι για ένα ευμετάβλητο παρόν, να περιμένεις ένα μακρινό μέλλον. Ο ανθρωπισμός απαντά: να διορθώνεις την αδικία του χθες, κερδίζοντας το αύριο, σήμερα.



[1] Γένεση, 3.19
[2] Κιπλινγκ, Αν
[3] Άλκη Αλκαίου, Ρόζα
[4] Κάφκα, η Δίκη

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Η Δημοκρατία των νεκρών



Καμιά «ανανέωση» δεν μπορεί να δώσει ζωή στο πολιτικό σύστημα

Αρκάς, Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη (1991)

Το πολιτικό σύστημα πιστεύει οτι τα χειρότερα έχουν περάσει. Υπολογίζει οτι η σχετική σταθεροποίηση της οικονομίας και το «τέλος της επιτροπείας», αναγγέλλουν την επιστροφή σε κάποιου είδους κανονικότητα. Στη βάση του νέου, ατελούς δικομματισμού που παγιώνεται, αλλά και της διαφαινόμενης ενοποίησης της Κεντροαριστεράς ως τρίτου πόλου, το πολιτικό προσωπικό θεωρεί οτι ξεκινά μια περίοδος όπου, απεκδυόμενοι όλοι τα βρώμικα ρούχα των μνημονίων, θα μπορούν ξανά να πλειοδοτούν ιδεολογικά. Σύμφωνοι, τα περιθώρια δράσης θα είναι στενώτερα, αλλά η διαφοροποίηση πιο πειστική. A new normal, όπως λένε οι Αμερικάνοι. Mια νέα ομαλότητα.

Δεν έχουν καταλάβει οτι ζούμε σε μια ιστορική κατάσταση εξαίρεσης, η οποία υπερβαίνει την ύφεση. Και δεν έχουν καταλάβει οτι, για την κοινωνία, η ύφεση είναι κάτι παραπάνω από τις αρνητικές διακυμάνσεις των οικονομικών δεικτών.

Όλες οι προσπάθειες ανανέωσης του συστήματος --σε επίπεδο αρχηγών, ονομάτων, συνασπισμών, νέων φορέων, μέχρι τις συζητήσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση-- διαγράφονται στο γενικό φόντο της Κρίσης. Να διακρίνεις το φόντο πίσω από τις εικόνες που το θολώνουν, θα πει να κοιτάξεις την πορεία της κρίσης αφηρημένα, δηλαδή, απαλλαγμένη από τα φαινόμενα και τους παράγοντες που κρύβουν το εσωτερικό παιχνίδι του μηχανισμού της.

Αυτός ο μηχανισμός πυροδοτήθηκε από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά τα έμβολα που στην Ελλάδα παράγουν το κινητήριο έργο του, είναι δύο: το ευρώ και το χρέος.

Το 2009 η χώρα βρέθηκε φορτωμένη με ένα δυσθεώρητο χρέος σε ευρώ, το οποίο δεν μπορούσε άλλο να αναχρηματοδοτεί με δανεισμό από τις αγορές. Το ευρώ φυσικά είναι ένα ξένο, σκληρό νόμισμα. Που θα πεί οτι η κυβέρνηση δεν μπορεί να τυπώσει χρήμα για να εξυπηρετήσει τα χρέη της, ούτε να περιμένει οτι συν τω χρόνω ο πληθωρισμός θα απομειώσει την αξία τους.

Στη χώρα δεν επετράπη να χρεωκοπήσει. Αντ’αυτού, εισήλθε σε μια αέναη διαδικασία ρευστοποίησης --μείωση κρατικής δαπάνης, αύξηση φόρων, πώληση περιουσιακών στοιχείων-- που αποσπά πόρους και εισόδημα από την κοινωνία. Το αντάλλαγμα; Πρόσθετος δανεισμός με «ευνοϊκούς» όρους, που θα διατηρήσει το δημόσιο χρέος εξυπηρετήσιμο, μέχρι να εξευμενιστούν οι αγορές.

Ό, τι έπαθε το δημόσιο με τις αγορές, συνέβη στην κοινωνία με τις τράπεζες. Οι ιδιωτικές τράπεζες, οι οποίες δημιουργούν και εμπορεύονται αγοραστική δύναμη μέσω της πίστης, έπαυσαν να παρέχουν ρευστότητα* στην αγορά και τα νοικοκυριά. Σε συνδυασμό με τις πολιτικές λιτότητας, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει ο ιδιωτικός τομέας. Μήπως πτώχευσαν οι τράπεζες; Όχι. Με τη διπλή ιδιότητα του φορολογούμενου και του οφειλέτη, ο λαός τις ανακεφαλαιοποίησε τρείς φορές, μόνο και μόνο για να βλέπει τώρα να του επλειστηριάζουν τη περιουσία.

Βλέπουμε λοιπόν οτι η ιστορία της κρίσης ως τα τώρα, δεν είναι παρά η ιστορία των δανειακών συμβάσεων και των τραπεζικών ανακεφαλαιοποιήσεων. Αυτό που νομίζουμε για χρεωκοπία, είναι απλούστατα το χρονικό της αναβολής της. Τι άλλο εξιστορεί αυτό το χρονικό, αν όχι την ξεδιάντροπη θυσία των δικαιωμάτων μιας χώρας κι ενός λαού στο δικαίωμα της πιο παρασιτικής μορφής ιδιοκτησίας;

Επειδή το πολιτικό σύστημα διεκπεραιώνει αυτήν τη ρευστοποίηση, την οποία και έχει αναλάβει να προσωποποιεί, είναι αναγκασμένο να ισχυρίζεται οτι η χώρα σώζεται, όσο αναβάλεται η χρεωκοπία της. Οτι υπάρχουν προοπτικές ανάπτυξης, είτε μέσω της ίδιας της λεηλασίας της, είτε παρά κι ενάντιά της. Με δυο λόγια, οτι η ανάκαμψη παραμένει εφικτή, εφόσον δεν κινδυνεύουν οι όροι που την καθιστούν ανέφικτη.

Δεν έχουν τίποτα πιο πειστικό να υποστηρίξουν από αυτόν τον παραλογισμό, κι αυτό εξηγείται εύκολα.

Η περίοδος 2010-2015 έδειξε πως, όταν ένα πολιτικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να εξαγοράζει τη συναίνεση των μαζών, μπορεί να τις διοικεί μόνο με τον βούρδουλα και την ιδεολογική καταστολή. Γι' αυτό και απαξιώνεται ταχύτατα. Αυτό συνέβη και στις ιστορικές παρατάξεις της μεταπολίτευσης. Η μία μετά την άλλη εναλλάχτηκαν ή συσπειρώθηκαν στη διακυβέρνηση, ενώ το γυμνό θέαμα της en bloc προσαρμογής τους στην τρομοκρατική δικτατορία των αγορών, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της ντόπιας ιθύνουσας τάξης, τις απονομιμοποίησε αμετάκλητα στη συνείδηση του λαού.

Γι' αυτόν τον τελευταίο, η ίδια περίοδος αποτέλεσε πραγματικό σχολείο. Πρόσκαιρες αυταπάτες διαλύθηκαν και ιερές πεποιθήσεις δεκαετιών βεβηλώθηκαν, καθώς ο  ένας Σωτήρας μετά τον άλλο αναγκαζόταν να αναληφθεί πρόωρα, μεταθέτοντας την εκπλήρωση της υπόσχεσής του στη Δευτέρα Παρουσία και αφήνοντας για τους πιστούς το μαρτύριο του σταυρού. Το πικρό χιούμορ και η σιωπή των μαζών σήμερα –σιωπή στους δρόμους και σιωπή στην κάλπη-- είναι αναμφίβολα σημάδι παραίτησης. Ίσως και απάθειας. Είναι όμως και σημάδι εγκατάλειψης των κυρίαρχων αφηγήσεων. Κι αυτό εγκυμονεί πάντα πιθανότητες και ενδεχόμενα.

Τα έμβολα μπορεί να εναλλάσσονται με περισσότερη ή λιγώτερη ταχύτητα. Το βέβαιο είναι πως στον ρυθμό τους αναπαράγονται οι συνθήκες που συντηρούν την Κρίση. Την Κρίση ως διαρκή έκπτωση των όρων ζωής και εργασίας για τους πολλούς, ως οικονομική ύφεση, ως κρίση χρέους – και ποιός ξέρει, ως κρίση εξουσίας...

Να γιατί πασχίζουν να μας πείσουν οτι άλλαξαν μαζί με την κατάσταση. Ότι υπάρχουν λύσεις στο υπάρχον πλαίσιο. Οτι αυτοί θα διαπραγματευτούν καλύτερα. Οτι κάποτε, όπως έλεγε ένας μελλοθάνατος του Αρκά, θα τα θυμόμαστε όλα αυτά μαζί και θα γελάμε. Τους λείπει η τραγική ειρωνεία του ανθρώπου που βαδίζει στο απόσπασμα, και που χωρίς αυτήν ο ισχυρισμός τους είναι απλά σαδιστικό χιούμορ. 

εφ. Έθνος, 15/9
 

Στη διάσημη πλέον ομιλία του για το 6ο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, στα 1996, ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης προειδοποιούσε τον όχλο απο κάτω οτι «η πρόσοδος» για το κόμμα είχε πια τελειώσει. Πρόσοδο εννοούσε «το ιστορικό προϊόν των αγώνων του λαού [...] που το μορφοποίησε σε κίνημα ο Ανδρέας Παπανδρέου αλλά πλέον καταναλώθηκε». Τα χρόνια του σημιτικού εκσυγχρονισμού που ακολούθησαν, απέδειξαν, οτι ένα κόμμα αντλεί πρόσοδο όχι μόνο από το παρελθόν, αλλά και από την υπόσχεση του μέλλοντος. Όταν κι εκείνη διαψευστεί, τότε αυτό πεθαίνει.

Όλα τα πολιτικά μορφώματα του συστήματος εξουσίας που γέννησε η μεταπολίτευση, είναι σήμερα νεκρά. Οι φόρμες αλλάζουν, αλλά το περιεχόμενο μένει πάντα γυμνό. Δεν γίνεται διαφορετικά άλλωστε, αφού στήν άμπωτη και την αναζωπύρωσή της, η Κρίση είναι ταυτόχρονα κρίση νομιμοποίησης. Ισχύει όμως και στην πολιτική ό,τι και στους θρύλους: δεν ξεμπερδεύουν οι ζωντανοί με τους νεκρούς, αν πρώτα δεν τους θάψουν.




*Πρόσθετος δανεισμός και παροχή ρευστότητας είναι το ίδιο πράγμα ειπωμένο με δύο τρόπους: τον ωμό και τον ευγενικό.
 



17/9/2017

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Φοροδιαφυγής εγκώμιον



Η χώρα αιωρείται πάνω από το ανοιχτό στόμα της κόλασης και ο λαϊκισμός έχει γίνει το ψευδώνυμο του σατανά. Τι κρατά τον κόσμο στη θέση του; Μια συμμαχία αποφασισμένων ανθρώπων που έχει κληθεί να σηκώσει τον σταυρό του μαρτυρίου. Ένα μέτωπο της λογικής, της αριστείας και του διαφωτισμού. Εκείνη η κοινωνικοπολιτική πρωτοπορία που πέπρωται να μας σώσει δια πυρός και σιδήρου...

 ***

Ας σοβαρευτούμε. Το σύστημα αγυρτείας και απάτης που χθες χρεωκόπησε τη χώρα, σήμερα είναι ένας θίασος που υποδύεται την ιδεώδη αστική τάξη.

Όχι πως είναι εύκολη δουλειά. Ο ρόλος του φωτισμένου, εγκρατή και παραγωγικού αστού, που εκπολιτίζει τις ράθυμες μάζες σέρνοντας τες στο άρμα της προόδου και της προκοπής, είναι ένας ρόλος τελείως ξένος προς τα ήθη και τις σκοπιμότητες της ελληνώνυμης κρατικοδίαιτης ολιγαρχίας που τον έχει αναλάβει. Γι αυτό και η παράσταση των τελευταίων χρόνων δίνει ένα θέαμα γκροτέσκο και γελοίο μαζί.   

Ανάμεσα στους κωμικούς μορφασμούς με τους οποίους ο ηθοποιός μας προσπαθεί να πείσει το κοινό, δυο συνθήματα ξεχωρίζουν: «Παραιτηθείτε» και «Μένουμε Ευρώπη». Τα οποία με ηθικο-οικονομικούς όρους μεταφράζονται ως: «όχι άλλοι φόροι» και «κάτω η φοροδιαφυγή».

Οτι το «δεν πληρώνω» ήταν πάντα η πολεμική κραυγή των αστών είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Συσπείρωνε την κοινωνία των ιδιοκτητών/πολιτών ενάντια στην αυθαιρεσία της εξουσίας, την τυραννία και τα προνόμια. Σήμερα που η φορολογική βάση καλύπτει το σύνολο σχεδόν του ενεργού πληθυσμού, οι μορφές στις οποίες πραγματώνεται το εν λόγω σύνθημα λένε πολλά για την κατάσταση μιας κοινωνίας. Το 2011 αφορούσε τα εισιτήρια στα ΜΜΜ. Σήμερα αφορά οπλισμένους επιχειρηματίες που απειλούν τους υπαλλήλους-τελώνες ενός ξένου εισπρακτικού μηχανισμού.

Τέτοια φαινόμενα όμως ο θίασός μας τα καταδικάζει. Και τότε και τώρα. Καρδιοχτυπά για τους άτυχους εφοριακούς. Καρδιοχτυπά για το πρωτογενές πλεόνασμα που κάθε χρόνο εξασφαλίζει πως μένουμε Ευρώπη. Όταν βέβαια υποδύεται τον ρόλο του, η φοροδιαφυγή είναι συνάρτηση της φοροδοτικής ικανότητας του πολίτη. Όταν όμως τη βλέπει στην πράξη, είναι η βάρβαρη εκδήλωση της απληστίας του Έλληνα. Αν δεν μπορείς να πληρώσεις, φταίει η σημερινή κυβέρνηση του λαϊκισμού. Αν δεν πληρώνεις, φταίει ο χθεσινός λαϊκισμός της κυβέρνησης. Για τους φόρους φταίει ο λαϊκισμός. Για τη φοροδιαφυγή πάλι ο λαϊκισμός. Παραιτηθείτε.  

Σε κανονικές συνθήκες, το αν οι φόροι είναι ανταποδοτικοί και αν οφείλουμε να τους πληρώνουμε είναι είναι ένα φιλολογικό ερώτημα στο οποίος καθένας απαντά υποκειμενικά. Εγώ μπορεί να θεωρώ οτι το Κράτος μου παρέχει αξιοπρεπείς υπηρεσίες για τα λεφτά που δίνω, εσύ όχι. Θα μου πείτε, ήταν ποτέ ανταποδοτικοί οι φόροι στην Ελλάδα...; Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το σίγουρο είναι πως  σήμερα δεν ζούμε υπο κανονικές συνθήκες. Από το 2010, οι φόροι συγκροτούν επίσημα ένα δημευτικό καθεστώς που έχει έναν και μοναδικό σκοπό: την απόσπαση πρωτογενούς πλεονάσματος. Γιατί απαιτείται το πρωτογενές πλεόνασμα; Για να πληρωθούν οι δανειστές. Γιατί πρέπει να πληρωθούν οι δανειστές; Για να καταστεί το χρέος βιώσιμο. Τι σημαίνει βιώσιμο χρέος; Σημαίνει την έξοδο στις αγορές. Και γιατί πρέπει να βγούμε στις αγορές; Για να μπορεί να κερδοσκοπεί το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο.

Άρα οι εξουσίες δεν «υπάρχουν υπέρ του Λαού και του Έθνους», αλλά υπέρ ενός δοτού δημοσίου συμφέροντος, αντικειμενικά αλλότριου προς τον λαό και τη χώρα. Το χρέος είναι από τη φύση του προβολή της αξίωσης για κέρδος τόσο πάνω στους αγέννητους (πλεονάσματα για δεκαετίες) όσο και στους νεκρούς (ιδιωτικοποιήσεις). Το κρατικό μόρφωμα που υποτάσσεται σε αυτό θα έχει και τους αντίστοιχους θεσμούς, οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να περιορίζονται συνταγματικά. Εξ ου τα μνημόνια. Εξ ου ο δημοσιονομικός κόφτης. Εξ ου η ΑΑΔΕ...

Κανείς δεν μπορεί να μιλά σοβαρά για μείωση των φόρων και φοροδιαφυγή, εάν δεν είναι εξ αρχής αντίθετος στο κυνήγι του πρωτογενούς πλεονάσματος. Γιατί μόνο τότε η συζήτηση παύει να αφορά τις υποχρεώσεις του κράτους απέναντι στους δανειστές και στρέφεται στις υποχρεώσεις του απέναντι στο λαό.

Αυτά φυσικά δεν ενδιαφέρουν ούτε τη λούμπεν ιθύνουσα τάξη της χώρας, ούτε τους ιδεολόγους της. Για όλους αυτούς, νεώτατο στάδιο του καπιταλισμού είναι η λεηλασία – και έτσι πορεύονται.

Για τους υπόλοιπους, ένας είναι ο τρόπος για να ανακάμψει γρήγορα η χώρα: η εκτίναξη των επενδύσεων στην πραγματική οικονομία, η δραματική αύξηση της απασχόλησης και η βελτίωση της παραγωγικότητας. Μόνο αυτά  δεν θα επιτρέψουν να χαθουν και άλλες γενιές...

Για να γίνουν όμως, πρέπει «να πέσουν κεφάλαια», δηλαδή χρήμα. Πόθεν; Η καθαρή εγχώρια αποταμίευση, δηλαδή το διαθέσιμο κεφάλαιο, διαμορφώνεται στο -10% του εθνικού εισοδήματος. Αυτό σημαίνει οτι ο ιδιωτικός τομέας, τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, είναι καταχρεωμένος και υπερφορολογημένος.

Έπεται οτι το πρώτο (και μόνο το πρώτο) βήμα για να αποκατασταθεί η αποταμίευση, δηλαδή η προσφορά κεφαλαίου, είναι:

·         Να καταργηθούν οι άδικοι και δημευτικοί φόροι της εποχής των μνημονίων.
·         Να παγώσουν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές στο δημόσιο και την εφορία.
·         Να εφαρμοστεί πολιτική σησάχθειας στα ιδιωτικά χρέη.

Βλέπουμε λοιπόν οτι μιλώντας στη γλώσσα του Κυριάκου Μητσοτάκη - αυτού του Ρήγκαν απ’τα Lidl, τη γλώσσα των «οικονομικών της προσφοράς», φτάνουμε σε συμπεράσματα ανεπίτρεπτα για το τσίρκο των «παραιτηθείτε» και των «Μένουμε Ευρώπη».

Φυσικά, η μείωση των φόρων και η αποκοπή των χρεών δεν αρκούν. Χρειάζεται και η κρατική δαπάνη με στόχο τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ενίσχυση του λαϊκού εισοδήματος. Χρειάζονται και πολλά άλλα.

Άλλα όλα όσα χρειάζονται έχουν δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: τη μονομερή διαγραφή του δημόσιου χρέους και τη μετάβαση σε εθνικό-κρατικό νόμισμα.  Μέχρι τότε, η πολιτική ανυπακοή μέσω της φοροδιαφυγής, το «δεν πληρώνω», είναι δημοκρατικό καθήκον κάθε πολίτη. Είτε μας αρέσει, είτε όχι.