Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Ιδεολογία

Υπήρχε κάποτε ένας μοναχός, που ζούσε κλεισμένος για χρόνια στο κελί του, και μελετούσε τις Γραφές νυχθημερόν. Μια μέρα σήκωσε τυχαία το βλέμμα και κοίταξε έξω. Ήταν άνοιξη, κι όλη η Φύση παλλόταν σε ηλιόλουστο οργασμό. Συγκλονισμένος από την ομορφιά που αντίκρυσε, έκλεισε το παράθυρο, έσκυψε στα βιβλία, και ορκίστηκε να μην κοιτάξει έξω ποτέ ξανά.

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Οι οικονομικές προϋποθέσεις της ανάκαμψης



Την οικονομική ανάκαμψη καθένας την κατανοεί διαφορετικά. Επιπλέον, τη ζωή μας δεν την ορίζουν οι φιλολογικές συζητήσεις στο διαδίκτυο, αλλά οι συσχετισμοί εξουσίας και δύναμης στην κοινωνία και την πολιτική.

Εάν όμως κάναμε αφαίρεση απ’όλα τα επιμέρους, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε οτι η ανάκαμψη έχει αναγκαστικά δυο προϋποθέσεις:

·          Η απασχόληση και το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν να επιστρέψουν το ταχύτερο δυνατό στα επίπεδα του 2008[1], και

·          Αυτό το προϊόν, και άρα το έθνος που εξωτερικεύεται σε αυτό, να μην μοιάζει σε τίποτα με το παλιό που γκρεμίστηκε.
Ας εξετάσουμε πρώτα τον ποσοτικό όρο.

Από το 2008 το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 30%[2]. Για να καλύψει λοιπόν το χαμένο έδαφος σε δέκα χρόνια, η χώρα θα πρέπει από φέτος και για μια δεκαετία να σημειώνει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%. Με 1,5% (ποσοστό πολυπόθητο σήμερα), θα χρειαστεί είκοσι χρόνια. Τι μας δείχνουν αυτοί οι απλοί υπολογισμοί; Οτι αν η οικονομία δεν ανατρέψει το γρηγορότερο μακροχρόνια παγιωμένες τάσεις, η Ελλάδα δεν έχει μέλλον. Αυτές τις τάσεις δείχνει η μέση ετήσια άνοδος του ΑΕΠ στον πίνακα που παραθέτουμε:

Βάθος χρόνου
Μέση ετήσια μεταβολή ΑΕΠ %
4ετία (2013-2016)
-1%
10ετία (2007-2016)
-3%
20ετία (1997-2016)
0,8%







Ενώ όμως ποσοτικά επιθυμούμε την επιστροφή στην προτέρα κατάσταση, ποιοτικά απαιτείται κάτι εντελώς διαφορετικό.

Αντικειμενικά, λείπουν οι συνθήκες που θα επέτρεπαν το είδος της ανάπτυξης που γνώρισε η χώρα πριν τη χρεωκοπία. Από την άλλη, μάθαμε επώδυνα πού οδηγεί αυτό το πρότυπο αργά ή γρήγορα. Πρέπει να το αλλάξουμε, μαζί με ολόκληρο το σύστημα αγυρτείας και απάτης που μας έφερε σ’αυτήν την κατάντια.

Ο πιο σημαντικός παράγοντας στη γρήγορη και σταθερή ανάπτυξη μιας οικονομίας είναι η συσσώρευση κεφαλαίου και εργασίας. Με μια λέξη, οι επενδύσεις – και δη οι πάγιες. Γι’αυτό και σωστά το ζήτημα της ανάκαμψης έχει από πολλούς ταυτιστεί με αυτό της «παραγωγικής ανασυγκρότησης». Απηχεί έτσι το παλιό πρόταγμα της εκβιομηχάνισης έναντι του μύθου της «Ψωροκώσταινας», μια πάλη ιδεών που συνοδεύει ανέκαθεν τους κοινωνικούς αγώνες στην Ελλάδα.

Για να εκτιμήσουμε τις προοπτικές παραγωγικής ανασυγκρότησης μέσα στο υπάρχον πλαίσιο διαχείρισης, ας εξετάσουμε πώς έχει διαμορφωθεί η προσφορά και η ζήτηση κεφαλαίου στην οικονομία. Τι διαπιστώνουμε; Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (ζήτηση) έχει μειωθεί στο 11,5% του ΑΕΠ, από 25% το 2007, ενώ η συνολική καθαρή αποταμίευση (προσφορά) στο -10% του Εθνικού Εισοδήματος, από 0% το 2007.

Αφενός προσφορά και ζήτηση έχουν καταρρεύσει αμφότερες, αφετέρου παρατηρείται σοβαρό έλλειμα εγχώριων αποταμιεύσεων που κάνει αδύνατη τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων στην πραγματική οικονομία. Αυτή η ανισορροπία αντανακλάται στα υψηλά τραπεζικά επιτόκια δανεισμού. Αλλά ρίχνει φως και στο καθεστώς εξάρτησης και κηδεμονίας της χώρας. Διότι υπό το καθεστώς αυτό η ανάκαμψη μπορεί να νοηθεί μόνο με δυο τρόπους:

·          Να αυξηθεί η συνολική καθαρή αποταμίευση μέσω των φόρων και της εσωτερικής υποτίμησης. Με μειωμένες δαπάνες, μισθούς και συντάξεις, υποτίθεται οτι το κράτος δημιουργεί πλεονάσματα και ο ιδιωτικός τομέας αποκαθιστά την κερδοφορία του. Είναι η συνταγή που εκτελούν οι μνημονιακές πολιτικές και έχει αποτύχει πλήρως: το Κράτος αποσπά πλεονάσματα για να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος, ενώ οι περικοπές δαπανών και η εσωτερική υποτίμηση έχουν καταστρέψει την κοινωνία και τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών. Μα ούτε και η κερδοφορία των επιχειρήσεων αποκαταστάθηκε: μόλις μία στις τρείς επιχειρήσεις ήταν κερδοφόρα το 2014[3]. Καταρρίπτεται έτσι ο μύθος του ΚΚΕ περί «καπιταλιστικής ανάκαμψης».

·         Να εισρεύσουν κεφάλαια από το εξωτερικό με τη μορφή δανείων και άμεσων ξένων επενδύσεων. Η χώρα δεν μπορεί να βγει και δανειστεί στις αγορές πιά. Ωστόσο, είναι δεύτερη στην ευρωζώνη σε δείκτη καθαρής εισροής ξένου κεφαλαίου στην οικονομία της:  η καθαρή εισροή ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα το 2009 ήταν στο 87,5% του ΑΕΠ, ενώ το 2015 ανερχόταν στο 134,6%[4]. Κέρδισε κάτι αυτά τα χρόνια η χώρα από αυτή την αυξανόμενη ροή κεφαλαίων; Όχι. Κατευθύνθηκαν και κατευθύνονται σε κερδοσκοπικές και ευκαιριακές τοποθετήσεις, γιατί αυτές αποδίδουν το μεγαλύτερο κέρδος. Κανένας επενδυτής δεν θα ενδιαφερθεί για την πραγματική οικονομία μιας χώρας που εκπροσωπεί το 0,25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και οι περιβόητες ιδιωτικοποιήσεις/αποκρατικοποιήσεις, όταν δεν πρόκειται για όχημα διείσδυσης ξένων δυνάμεων[5], απλώς αφαιρούν έσοδα από το δημόσιο και στέλνουν τα κέρδη στο εξωτερικό.

Τι σύμπερασμα βγαίνει από τα παραπάνω; Σε μνημονιακή ή άλλη μορφή, το καθεστώς στο οποίο βρίσκεται η Ελλάδα από τον Μάιο του 2010 έχει προσθέσει στη νομισματική αλλοτρίωση τη δημοσιονομική υποτέλεια. Γι αυτό και δεν μπορεί να απαντήσει στην κρίση. Είναι κι αυτό το ίδιο μέρος της. Τη συντηρεί και τη βαθαίνει. Απαιτούνται άμεσα, ριζοσπαστικά μέτρα, που καμία φράξια του πολιτικού συστήματος δεν μπορεί από τη φύση της να υποστηρίξει σοβαρά.

Το ζητούμενο είναι η επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας. Το πιο επείγον λοιπόν για μια κυβέρνηση είναι να παρέμβει αποφασιστικά για να δημιουργήσει συνθήκες αύξησης της προσφοράς και ζήτησης κεφαλαίου στην οικονομία. Πρώτον, για να ανατάξει τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Δεύτερον, για να τονώσει την απασχόληση και τις επενδύσεις. Αυτά τα δύο μπορεί να τα επιδιώξει ρεαλιστικά μόνο με μια μέθοδο: διαγραφή χρέους και μετάβαση σε εθνικό νόμισμα.

Η στάση πληρωμών[6] θα ανακουφίσει την κοινωνία από την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Η εθνικοποίηση της ΤτΕ και η απόσπαση των συστεμικών τραπεζών από τον έλεγχο του Ντράγκι, θα δώσει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να εγγυηθεί τις καταθέσεις, να διαγράψει μεγάλο μέρος των ιδιωτικών χρεών και να ελέγξει τις διαδρομές του μαύρου χρήματος και της διαπλοκής.

Χωρίς χρέος και με εθνικό νόμισμα σταματά η λεηλασία του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αυτό καθιστά τον δημευτικό χαρακτήρα των φόρων περιττό και επιτρέπει το πάγωμα των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο και την εφορία. Το Κράτος μπορεί ενισχύσει τα χαμηλά εισοδήματα και να χρηματοδοτήσει ένα ευρύτατο προγράμμα επενδύσεων σε μέσα παραγωγής, ζωντανή εργασία και παραγωγικότητα. 

Αν εφαρμόζονταν τέτοιες πολιτικές θα βλέπαμε πολύ γρήγορα σημαντική βελτίωση όχι μόνο στους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά και στους κοινωνικούς δείκτες. 

Κυριαρχεί η ιδέα οτι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας θα είναι αναπόφευκτα αργή και εύθραστη εάν η χώρα δεν μετατραπεί γρήγορα σε πελώριο ξενοδοχείο. Η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Εάν μια κυβέρνηση διέγραφε χρέος και τυπωνε χρήμα, οι αποταμιεύσεις θα αυξάνονταν και, σε συνδυασμό με την κρατική δαπάνη, θα έδιναν ώθηση στις επενδύσεις.

Θεμελιώνοντας οικονομικά την ανάκαμψη σε όφελος του ελληνικού λαού δίνεται ξανά υπόσταση στην «πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και άνεξαρτησίαν». Και αυτό δεν ανοίγει μόνο νέους δρόμους για τη δημοκρατία, αλλά προσφέρει και μεγάλες υπηρεσίες στην υπόθεση της προόδου όλων των λαών.









[1] Βλ. και Oxford Dictionary of Economics, λήμμα “recovery”.

[2] Βάμβουκα Γιώργου, «παρατείνεται η οπισθοδρόμηση της εθνικής οικονομίας», Kontranews, 8/3/17

[3] Καθημερινή, 27/9/2015

[4] Καζάκη Δημήτρη, «Η οικονομία της εξωστρέφειας μας οδήγησε στη χειρότερη χρεοκοπία όλων των εποχών», Kontranews, 21/11/2016

[5] Γερμανία, Κίνα κ.ά.


[6] Όπως και στα άλλα ζητήματα που θίγει το άρθρο έτσι κι εδώ, δεν μας απασχολούν οι νομικοπολιτικές μορφές, αλλά μόνο η οικονομική λογική του ζητήματος.

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Ο Βαρουφάκης και πάλι στην επικαιρότητα

Ο Γ. Βαρουφάκης τριγυρίζει εδώ κι εκεί αφηγούμενος τον μύθο του εαυτού του. Αυτός ο μύθος χτίζεται σε μια ρεαλιστική βάση την οποία ο ίδιος ουδέποτε απέκρυψε: είναι ο πιο χυδαίος από τους εξ αριστερών ιδεολόγους του ευρώ και της ΕΕ. Και όπως κάθε συνεπής ιδεολόγος, έτσι κι αυτός ο Αρχιμήδης της πολιτικής οικονομίας φαντάζεται πως την άνοιξη του 2015 είχε επινοήσει τη μηχανή που θα παρέτεινε την πολιορκία της χώρας. Το «παράλληλο σύστημα πληρωμών» θα μας κρατούσε ζωντανούς στην ευρωζώνη ώσπου οι δανειστές θα έβλεπαν επιτέλους το συμφέρον τους και θα κάθονταν να διαπραγματευτούν σοβαρά. Μόνο το τραγικά χαμηλό επίπεδο των παλιών του συντρόφων ανεβάζει το δικό του. Μόνο η ανηθικότητά της ηγεσίας Τσίπρα επισκιάζει τον τυχοδιωκτισμό του. Και μόνο η ενασχόληση των αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ μαζί του, τον κρατά στην επικαιρότητα.



Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος


«βαρυνέσθω τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων τούτων, καὶ μεριμνάτωσαν ταῦτα καὶ μὴ μεριμνάτωσαν ἐν λόγοις κενοῖς».
--Εξοδος, 5,9

«Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται· ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστὶν ἐν ἡμῖν».
--Ιωάννου Α', 4,12 

Ι.
Φέτος ο Μάης ήταν ο μήνας ο σκληρός. Μετά τη χειμερία νάρκη της αξιολόγησης το νέο μνημόνιο μας ξάφνιασε. Ίσως και ευχάριστα. Για πότε συμφώνησαν, πότε μπήκαν στη βουλή, πότε ψήφισαν. Για πότε διαδηλώσαμε –λίγοι, ελάχιστοι- για πότε μας σκόρπισαν και γυρίσαμε σπίτια μας. Οι ξενοδόχοι της Ελλάδας ορθώς διέγνωσαν οτι ο καλός πολίτης θα προτιμούσε να παρακολουθήσει ένα σόου εικονικής επιβίωσης, παρά την ψήφιση της επιδείνωσης των όρων της δικής του επιβίωσης, ως σόου. Η ζωή βέβαια, θα μου πείτε, είναι αλλού. Μην ανησυχείτε: είναι και η μοιρολατρεία στάση ζωής.

Είναι μια στάση που διαγράφεται σ’ένα δίστιχο του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «Ούτε να πεθάνω θέλω ούτε και να γιατρευτώ / θέλω απλώς να βολευτώ στην καταστροφή μου». Αυτοί οι στίχοι έχουν μια σημασία για την κατάστασή μας. Συλλαμβάνουν έναν ψυχισμό στον οποίο αντανακλάται η σχετική σταθεροποίηση (στον πάτο) της ελληνικής οικονομίας. Αν χτες η καταστροφή νοούνταν ως πορεία προς τον αφανισμό, σήμερα επιβίωση θα πει να μη σκέφτεσαι το αύριο. Σαν το ρολόι που έχουμε αφήσει σταματημένο εδώ και μήνες χωρίς να ομολογούμε το γιατί, ο ελληνικός λαός ρίχνει μόνο κλεφτές, φοβισμένες ματιές στον αριθμό της σελίδας του ίδιου του του δράματός. Γνωρίζει όμως πως αυτό «τα ίδια και τα ίδια» δεν είναι κύκλος, αλλά καθοδικό σπιράλ.

Εκείνος λοιπόν που αναρωτιέται «γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος», δεν προβάλλει μόνο σ’έναν κάποιον κόσμο την αγανάκτηση για τη δική του ἀπορία. Στην ιδιωτική του ανημπόρια και απομόνωση, «ακέραιο μένει κι αδιαίρετο / το μέγα Μυστήριο των ενωμένων ανθρώπων»[1]. Αυτό το μυστήριο πρέπει να λυθεί, προτού τελεστεί. Πρέπει πρώτα να εξηγήσουμε γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ενωθούν, για να καταλάβουμε τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις του ξεσηκωμού τους.

ΙΙ.
Καταρχάς ας κοιτάξουμε κατάφατσα την ελληνική κοινωνία σήμερα.

Ένα μέρος της έχει υποβιβαστεί σε μια υπο-τάξη πλήρως ή μερικώς ανέργων που σταθερά εδώ και έξι χρόνια ξεπερνούν το εν τέταρτο του εργατικού δυναμικού. Από τι εξαρτώνται αυτοί οι παρίες για την επιβίωσή τους; Πρώτον, από τη μαύρη οικονομία. Στην πιο τέλεια μορφή ελεύθερης αγοράς είναι κι ο άνεργος ένα τέλειο εμπόρευμα: τόσο απαξιώνεται όσο δεν βρίσκει αγοραστή. Δεύτερον, από το Κράτος,  τα προγράμματα και τα επιδόματά του. Εδώ, είναι όμηρος των κομματικών μηχανισμών της κεντρικής εξουσίας και των παραγόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τρίτον, από τη δυνατότητα της μετανάστευσης στο εξωτερικό, άρα και από την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τέλος, από τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους, με όρους νοικοκυριού και οικογένειας, και μ’ όλη φυσικά την οικονομική και ψυχολογική πίεση που ασκεί η διαιώνιση αυτής της κατάστασης.

Πάνω σ’αυτή τη βάση προσδιορίζονται οι σχέσεις της ζωντανής εργασίας με το κεφάλαιο.

Από τη μιά, η εργατική τάξη αδυνατεί ακόμα και να δηλώσει την ύπαρξή της. Συρρικνωμένη αριθμητικά και κατακερματισμένη, με τα παραδοσιακά πολιτικά και συνδικαλιστικά της όργανα νεκρό βάρος, έχει συντριβεί και αποσυντίθεται ανάμεσα στην απειλή της ανεργίας και την επισφάλεια της δουλικής εργασίας. Δεν έχει τη δύναμη να διεξάγει ούτε καν τον συνηθισμένο συνδικαλιστικό αγώνα για μερικού χαρακτήρα οικονομικές διεκδικήσεις. Παρά την υπερεκμετάλλευση που υφίσταται, η παραγωγή υπεραξίας  έχει μόνο περιθωριακή θέση στην οικονομική της λειτουργία. Με δυο λόγια το ειδικό της βάρος στο κράτος και την κοινωνία έχει μειωθεί περαιτέρω.

Από την άλλη η μικρή ιδιοκτησία, που απασχολεί και την πλειοψηφία των μισθωτών, βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο. Δραστηριοποιείται σε  επιχειρήσεις ευκαιριακού και παρασιτικού χαρακτήρα  – θνησιγενείς απόπειρες «να βγει έστω το μεροκάματο», που βουλιάζουν μέσα στα χρέη, τους φόρους και τη μειωμένη ζήτηση. Είναι αλήθεια οτι ο μικροαστός μισεί την τράπεζα και το κράτος. Φοροδιαφεύγει όπως και όπου μπορεί. Αλλά μπροστά στα μάτια του βρίσκεται μόνο ο άλλος μικροαστός, που πρέπει να ανταγωνιστεί, ο καταναλωτής, που πρέπει να προσελκύσει και, σε τελευταία ανάλυση, ο εργαζόμενος, που πρέπει να εκμεταλλευτεί όσο περισσότερο μπορεί προκειμένου να πετύχει τα άλλα δύο.

Δίπλα, μέσα και ανάμεσα στα πιο πάνω στρώμματα ζει και εργάζεται μια ατελείωτη ποικιλία αυταπασχολούμενων χωρίς προσωπικό – συχνά με όρους εξαρτημένης εργασίας χωρίς δικαιώματα, μεσα στα χρέη, την αναδουλειά, χωρίς καμιά δυνατότητα αυτοοργάνωσης και αυτενέργειας. Ένα σύστημα πολλαπλών εξαρτήσεων αλυσοδένει την μια κοινωνική ομάδα με την άλλη και το σύνολο με την κρατική εξουσία, τις τράπεζες και τους ξένους δανειστές.

ΙΙΙ.
Καμία τάξη δεν μπορεί να υπάρξει δι’εαυτή, ώστε να σηκώσει μόνη της το βάρος της ανατροπής.

Σε συνθήκες όπου η ανεργία και η προλεταριοποίηση απειλούν άμεσα τους μισθωτούς και τα μεσαία στρώμματα, κανένα στενά οικονομικό, κλαδικό ή εργασιακό αίτημα δεν μπορεί να συσπειρώσει την κοινωνία. Ούτε καν τους άμεσα ενδιαφερόμενους.  Όσο περισσότερο κινδυνεύουν οι άνθρωποι από τη φτώχεια, τόσα πιο πολλά έχουν να χάσουν. Όσο πιο αβέβαιοι  οι όροι αναπαραγωγής της ύπαρξής τους, τόσο πιο ριψοκίνδυνο να τους αψηφήσουν. Επιπλέον, η περίοδος 2010-2015 ανέδειξε και ολοκλήρωσε το ιστορικό σάπισμα του παραδοσιακού μεσαίου όρου που μεσολαβούσε τη συγκρότηση των τάξεων και τις συνέδεε με το Κράτος. Kυρίως τον τύπο του μαζικού κόμματος και συνδικάτου, όπως είχαν διαμορφωθεί στη Μεταπολίτευση. Έτσι, η ελληνική κοινωνία έχει εκφυλιστεί σε ένα άθροισμα ατόμων και κοινωνικοεπαγγελματικών κατηγοριών, που αντιπαρατίθενται ανελέητα με σκοπό την επιβίωσή τους στην αγορά. Homo homini lupus.

Επειδή το κοινό συμφέρον προβάλει μόνο απλοϊκά, οι άνθρωποι δεν βρίσκουν σε αυτό τα πρακτικά μέσα επίτευξής του. Επιθυμούν να αποκαταστήσουν τα πάντα, αλλά καταφέρνουν μόνο να τα τρέπουν σε φετίχ. Δεν ξέρουν ποιά ζωή τους αξίζει και τη μία και μοναδική που τους έχει δοθεί, τη ζουν άσκοπα. Δεν αφηγούνται τίποτα γι’ αυτό το βασίλειο της γενικής αποξένωσης οι νεκροί. Μόνο η θρησκευτικές αιρέσεις -σήμερα λέγονται κουλτούρες- δίνουν νόημα στον κόσμο. Η δυνατότητα της απολύτρωσης χορηγείται ευγενικά από τις κατεστημένες εξουσίες  κι όλες τις πραγματικές σχέσεις βαραίνει μια «μικρόψυχη απελπισία»[2].

IV.
Για να σπάσουν την απομόνωσή τους οι άνθρωποι, για να εξουδετερώσουν τις μεταξύ τους διαφορές, πρέπει να αναγνωρίσουν τη μοίρα τους σ’αυτό που διακυβεύεται. Αλλά να αναγνωρίσουν αυτό που διακυβεύεται θα πει να γνωρίσουν ξανά ο ένας τον άλλο. Θα χρειαζόταν για το σκοπό αυτό μια χειρονομία που θα έδειχνε μέσα από τα τυφλά δεδομένα της καθημερινής ζωής την έννοια του κοινού συμφέροντος. Που θα αποκάλυπτε στον λαό οτι οι αντιθέσεις που τον εμποδίζουν  να γίνει αυτό που είναι, έχουν ήδη αναιρεθεί. ‘Αρα, μια χειρονομία που θα έδειχνε ότι μέσα στις δοσμένες συνθήκες υπάρχει ήδη καθ’εαυτό ένα επαναστατικό υποκείμενο. Αυτό το υποκείμενο, αυτόν τον λαό, δεν χρειάζεται να τον εφεύρουμε εμείς, είναι προϊόν της ιστορικής περιόδου που διανύουμε. Για να το ανακαλύψουμε, πρέπει να κάνουμε αφαίρεση από την αμεσότητα κάθε ατόμου και κάθε (υποτελούς) τάξης ως εκείνο το σημείο που η «δουλική συνείδηση επανευρίσκει τον εαυτό της μέσω του ίδιου του εαυτού της»[3].

Αλλά μόνη η αφαιρετική κίνηση δεν αρκεί. Χρειάζεται να ακολουθήσουμε και την αντίστροφη πορεία. Το κοινό συμφέρον να κατέβει και να γίνει ορατό και απτό σε κάθε άτομο και κάθε τάξη απ’όπου αποσπασθήκαμε αρχικά. Αυτό που ανακαλύψαμε, πρέπει να το αποκαλύψουμε σ’αυτό το ίδιο. Αντί λοιπόν να αντιπαραβάλουμε στη μοιρολατρεία την ανήμπορη οργή, αντιπαραθέτουμε στην κυρίαρχη ιδεολογία την κριτική. Αντί για την ουτοπία, την επιστήμη. Αντί για το πρέπει, το πρόγραμμα. Η ελπίδα υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι που ανοίγουν παράθυρα στην απομόνωση των άλλων, που σπάνε τη μονόπλευρη θετικότητα των πραγμάτων και περιγράφουν -με αυτά τα ίδια- τους όρους μιας νέας πραγματικότητας. Γι’αυτό και είχε δίκιο ο ποιητής που έγραφε:

τη στάσιμη ώρα
αγαπώ τα παιδιά
με μάτια από καθρέφτες

Σταλαματιές ενός άστρου
στο Βορρά
στο Νοτιά[4]
Αν το αστέρι του Βορρά είναι το δίκιο, στο Νότο είναι το άστρο της δύναμης. Σ’αυτόν τον αμφιφανή αστερισμό γεννιέται ιστορικά ο λαός.
Όταν η επιθυμία κατανοείται ως ανάγκη και  ο πλησίον ως ρεαλιστικά υπαρκή δυνατότητα[5] πραγματοποίησής της, τότε δημιουργείται μια νέα εμπειρία. Και είναι τούτη η νέα εμπειρία που, στην επανάληψή της, θα δώσει μια μέρα στο άτομο τη «φοβερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού»[6]. Σ’εκείνη την εκκλησία, την «πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης»[7] όπου όλα ξεχνιούνται και όλοι συν-χωρούν και το Εγώ αφήνεται στον Άλλο. Έτσι υψώνεται ο Σωτήρας: ενσαρκωμένος στη δόξα και την πράξη την κοινή, στο μυστήριο της Γενικής Πολιτικής Απεργίας.


[1] Τάκη Παπατσώνη, Εθνεγερσία
[2] Κ. Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη
[3] Γκ. Χέγκελ, Η Φαινομενολογία του Πνεύματος
[4] Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Μαλαματένια Βροχή
[5] «Αυτή η έτσι αναπτυσσόμενη εξωτερικότητα είναι ένας κύκλος δύο όρων: της δυνατότητας και της άμεσης πραγματικότητας, που αποτελεί τη μεσολάβηση του ενός μέσω του άλλου» (Γκ. Χέγκελ, Η επιστήμη της Λογικής)
[6] Τ.Σ. Έλιοτ, Η Έρημη Χώρα
[7] Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Γιατί η ανάκαμψη προϋποθέτει το τέλος της τραπεζοκρατίας



Τώρα που ακόμα και οι «ειδικοί» σ’αυτήν τη χώρα ανακάλυψαν πως βιώνουμε τη χειρότερη ύφεση στη σύγχρονη ιστορία, μη ρωτήσετε τους ταλαίπωρους γιατί και πώς. Ατυχήσατε. Είναι ένα «πρωτοφανές δισεπίλυτο πρόβλημα». Οφείλεται σε «ενδογενείς παθογόνους παράγοντες». Τα μνημόνια ήταν το «φάρμακο» που δεν χορηγήθηκε σωστά - πρός θεού, όχι στην «ολέθρια» συζήτηση περί Grexit! Καλά θα κάνει ο λαουτζίκος, που δεν γνωρίζει τους «μηχανισμούς της οικονομίας», να αφήσει τη λύση στους τεχνοκράτες. Αυτούς δηλαδή που κατέχουν την τέχνη. Την τέχνη της καταστροφής.

Γιατί, η βασική παθογένεια που συντηρεί και βαθαίνει την κρίση είναι μία: η υποδούλωση της χώρας στους δανειστές της. Δεν θα απαλλαγούμε από την τυραννία των δανειστών εάν δεν απαλλαγούμε από την τυραννία του χρέους. Και δεν θα απαλλαγούμε από το χρέος εάν δεν απαλλαγούμε από το χρήμα που-παράγεται-ως-χρέος. Το χρήμα δεν είναι κάτι ουδέτερο που απλά υπάρχει. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι μόνο ποιός το κατέχει, αλλά, κυρίως, ποιός κρατά τη μηχανή που το εκδίδει, πού το δίνει και με τί όρους.

Αν και οι άνθρωποι μοχθούν για να το αποκτήσουν, το χρήμα δημιουργείται από το μηδέν και η φυσική του ύπαρξη είναι κατά κύριο λόγο άυλη.  Στη διάρκεια της κυκλοφορίας του μέσα στην κοινωνία εναλλάσσεται σε δύο μορφές: «ρευστό» (χαρτονόμισμα και κέρματα), που έχει τυπώσει η κεντρική ή εκδοτική τράπεζα, και τραπεζικές καταθέσεις. Ποιός μονοπωλεί το δικαίωμα να δημιουργεί χρήμα; Το μονοπώλιο της δημιουργίας του χρήματος ανήκει στο τραπεζικό σύστημα, ένα ιδιωτικό καρτέλ και τίποτα περισσότερο. Το σύστημα αυτό γενικά, αποτελείται από την κεντρική τράπεζα, η οποία εκδίδει το νόμισμα, και τις εμπορικές. Οι εμπορικές τράπεζες δημιουργούν και πωλούν αγοραστική δύναμη (χρήμα) χρησιμοποιώντας το «φυσικό χαρτονόμισμα» της κεντρικής τράπεζας  για τις εξωτερικές τους συναλλαγές.

Η τράπεζα είναι ένας επιχειρηματίας που παράγει και εμπορεύεται χρήμα.  Το αγοράζει ως τραπεζικές καταθέσεις και το πουλά ως δάνεια. Δεν είναι όμως απλά ένας έμπορος που διαμεσολαβεί. Το χρήμα που αγοράζει δεν είναι το χρήμα που πουλά. Όταν κάνετε μια κατάθεση στο ταμείο, ανταλλάσσετε τα χαρτονομίσματά σας με ένα βιβλιάριο, μια λογιστική εγγραφή, που τοκίζεται ονομαστικά. Όταν πάλι η τράπεζα χορηγεί ένα δάνειο, δημιουργεί έναν λογαριασμό στο όνομά σας και εκεί σας πιστώνει ένα ποσό από το τίποτα, πάλι ως μια απλή λογιστική εγγραφή. Αν θελήσετε να εκταμιεύσετε το δάνειο ή να αποσύρετε την κατάθεσή σας, τότε η τράπεζα απλώς τραβά χαρτονόμισμα που τυπώνει η κεντρική τράπεζα γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Η διαφορά ανάμεσα στον τόκο που πληρώνει και τον τόκο που πληρώνεται, είναι η βάση της κερδοφορίας της.

Αν για οποιονδήποτε λόγο η τράπεζα δεν μπορεί να λάβει (π.χ. κόκκινα δάνεια) αλλά αναγκάζεται να δίνει (εκροή καταθέσεων), η κερδοφορία της κινδυνεύει. Εάν μάλιστα, λόγω άγριου ανταγωνισμού ή/και διαπλοκής με μεγάλα επιχειρηματικά και πολιτικά συμφέροντα, έχει πουλήσει πάρα πολύ από το προϊόν της, την προσφορά πίστωσης, σε χαμηλές τιμές και έχει αναλάβει υψηλά ρίσκα, τότε κινδυνεύει με χρεοκοπία.

Κατά τα φαινόμενα της ελληνικής εμπειρίας, κάπου εδώ τελειώνουν ο καπιταλισμός και η ελεύθερη αγορά, αφού η τράπεζα είναι ο μόνος ιδιώτης επιχειρηματίας του οποίου τη χασούρα οφείλεί να φορτώνεται ο φορολογούμενος. Όχι γιατί τάχα εάν δεν το κάνει «θα χαθούν οι καταθέσεις», αφού οι καταθέσεις όπως είδαμε είναι απλώς λογιστικές εγγραφές, αλλά γιατί δεν πρέπει επ’ουδενί να θιγούν οι κυρίαρχες σχέσεις ιδιοκτησίας, δηλαδή το ιδιωτικό μονοπώλιο της δημιουργίας χρήματος από το τίποτα, με σκοπό το κέρδος.

Αυτό ακριβώς βιώνουμε σήμερα. Οι εγχώριες τράπεζες δεν μπορούν να παράσχουν πια φτηνές πιστώσεις με ικανοποιητικό γι’αυτές κέρδος. Οι νέοι τους ιδιοκτήτες γυρεύουν να μετατρέψουν το συσσωρευμένο ιδιωτικό χρέος σε μια τερατώδη μηχανή υφαρπαγής πλούτου και ιδιοκτησίας. Με το μέσο νοικοκυριό να μην έχει αγοραστική δύναμη και να κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του, η ζήτηση καταρρέει. Χωρίς ζήτηση, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αναγκάζονται να ρίξουν τις τιμές και, συνακόλουθα, να συμπιέσουν τα εργατικά κόστη. Τα μεροκάματα μειώνονται και οι άνθρωποι μένουν άνεργοι. Η ζήτηση μειώνεται ακόμα περισσότερο. Ο κύκλος κλείνει και ξανανοίγει λίγο πιο κάτω, σε ένα καθοδικό σπιράλ χωρίς τέλος.

Σε μια τέτοια κατάσταση, μόνο το Κράτος μπορεί να αναζωογονήσει την πραγματική οικονομία, δημιουργώντας αυτό χρήμα, όπως ακριβώς και οι χρεοκοπημένοι τραπεζίτες: από το τίποτα. Χρήμα που στη συνέχεια θα διοχετεύσει στον ιδιωτικό τομέα, όχι ως χρέος – για να κερδίσει, αλλά στοχευμένα και ελεγχόμενα, ως εισόδημα και θέσεις εργασίας. Τυπώνοντας  χρήμα και δίνοντάς το ως εισόδημα εκεί που υπάρχει ανάγκη, το Κράτος θα δώσει πραγματική αγοραστική δύναμη στην κοινωνία, που με τη σειρά της θα βοηθήσει την οικονομία να μπει σε τροχιά ανάκαμψης.

Για να κάνει τα παραπάνω, το ελληνικό κράτος χρειάζεται τη δική του εκδοτική τράπεζα. Μόνο που για άλλη μια φορά στην ιστορία του, δεν διαθέτει.  Το νόμισμά του είναι ένα ξένο νόμισμα, το ευρώ. Εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία δεν δανείζει τα κράτη-μέλη και πάνω στην οποία δεν έχει καμία εξουσία. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να ασκήσει νομισματική πολιτική και η δημοσιονομική του πολιτική καθορίζεται από το κυνήγι της εξυπηρέτησης ενός μη εξυπηρετήσιμου δημόσιου χρέους, βαθαίνοντας ακόμα περισσότερο την ύφεση.

Με το ευρώ, το ελληνικό δημόσιο υποβιβάστηκε σε ιδιώτη. Λογικό λοιπόν σήμερα να μοιράζεται με τον τελευταίο και την ίδια τύχη: είναι ένα εμπόρευμα που τόσο υποτιμάται, όσο δεν βρίσκει αγοραστή. Το σημαντικό είναι να κατανοήσουμε οτι, κόβοντας το δικό του νόμισμα, το Κράτος μπορεί να δημιουργήσει χρήμα, ακριβώς όπως η ιδιωτική τράπεζα. Αρκεί βέβαια το κράτος αυτό να μην της ανήκει...

Η Ελλάδα πρέπει να άμεσα να απαλλαγεί από ένα νόμισμα που την έχει αλυσοδέσει και ένα χρέος που την τραβά στο βυθό μιας καταστροφικής, αλλά απολύτως ανθρωπογενούς ύφεσης. Μια κυβέρνηση που θα εθνικοποιήσει τους όρους έκδοσης και κυκλοφορίας του νομίσματος, και θα διαγράψει μονομερώς το χρέος, καταγγέλοντάς το στη διεθνή κοινότητα, είναι μια κυβέρνηση που θα έχει κάνει το πρώτο αποφασιστικό βήμα στην κατεύθυνση μιας πραγματικής και γρήγορης ανάκαμψης.

Δημοσιεύτηκε στον Λόγιο Ερμή, στις 4 Απρ. 2017